Γιάννης Ι. Πασσάς, Φιλόλογος-Συγγραφέας

Our Blog

Λέξη

Λέξη ονομάζεται ένα γλωσσικό σημείο που αποτελείται από ένα περιεχόμενο (σημασία) και μια μορφή (φωνολογική στον προφορικό και γραπτή στον γραπτό λόγο) και βρίσκεται μεταξύ δύο παύσεων στον προφορικό λόγο και δύο κενών στον γραπτό λόγο. Οι λέξεις διακρίνονται σε [α] πλήρεις, που…

Λεξιλόγιο

Το σύνολο των λέξεων της γλώσσας μας και των σημασιών τους. Μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικά επίπεδα λεξιλογίου: Λαϊκό λεξιλόγιο: Το σύνολο των λέξεων που χρησιμοποιούνται ανελλιπώς για αιώνες στην ελληνική γλώσσα, ακόμα και αν έχουν υποστεί αλλαγές στη μορφή και τη σημασία τους…

Οξύμωρο

Λεκτικός τρόπος κατά το οποίο λέξεις/ φράσεις μιας πρότασης εκφράζουν δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους έννοιες, δημιουργώντας λογική αντίφαση, με σκοπό να δοθεί έμφαση ή να τονιστεί το παράδοξο μιας κατάστασης (π.χ. σπεύδε βραδέως, δώρον άδωρον).

Επανάληψη

Ρητορικό σχήμα στο οποίο μια λέξη/ φράση επαναλαμβάνεται αυτούσια ή ελαφρώς παραλλαγμένη. Πρόκειται για εμφατικό μηχανισμό που (ειδικά στη λογοτεχνία) συμβάλλει στη δημιουργία μοτίβων και στη μουσικότητα της γλώσσας.

Πολυσύνδετο σχήμα

Ρητορικό σχήμα κατά το οποίο περισσότερες από δύο προτάσεις ή προτασιακά στοιχεία συνδέονται με αλλεπάλληλους συμπλεκτικούς ή διαζευκτικούς συνδέσμους. Πρόκειται για έναν σωρευτικό μηχανισμό που επιτελεί δύο λειτουργίες: [α] Έμφαση σε καθεμία ξεχωριστά από της αναφερόμενες οντότητες. [β] Ο λόγος επιβραδύνεται και δημιουργείται…

Κύκλος

Ρητορικό σχήμα στο οποίο ένα τμήμα του λόγου (πρόταση, στίχος, κείμενο) τελειώνει με την ίδια λέξη/ φράση με την οποία ξεκίνησε. Λειτουργεί [α] ως ένας εμφατικός μηχανισμός του εκφωνήματος που επαναλαμβάνεται και [β] δημιουργεί την αίσθηση της διάρκειας και την συνέχειας. (π.χ. Άφησέ…

Άρση – θέση

Ρητορικό σχήμα στο οποίο πρώτα λέγεται τι δεν είναι κάτι ή τι δε συμβαίνει και αμέσως μετά τι είναι ή τι συμβαίνει. Δίνεται έμφαση στην αλήθεια της θέσης (π.χ. Δεν αρκεί να μην εμποδίζεται η ελευθερία της έκφρασης, πρέπει και θετικά να προσφέρεται…

Ρητορικά σχήματα

Μεταφορική γλώσσα στην οποία η απόκλιση από την κανονική χρήση των λέξεων αφορά τη σειρά ή τη συντακτική τους μορφή. Τα κυριότερα ρητορικά σχήματα είναι ο κύκλος, το ασύνδετο, το πολυσύνδετο, η επανάληψη, η άρση και θέση, το υπερβατό, το πρωθύστερο, το χιαστό,…

Λιτότητα

Λεκτικός τρόπος κατά τον οποίο μια καταφατική έννοια δηλώνεται μέσω της άρνησης του αντιθέτου της [π.χ. — Πώς περάσατε; — Όχι άσχημα (αντί καλά)]. [α] Χρησιμοποιείται για να μετριάσει την κατηγορηματικότητα/ απολυτότητα μιας δήλωσης. [β] Προσδίδει υφολογική ποικιλία στον λόγο.

Υπερβολή

Λεκτικός τρόπος στον οποίο ένα γεγονός ή μια πιθανότητα μεγαλοποιείται με σκοπό [α] την πρόκληση ενός ειρωνικού αποτελέσματος και [β] τη δημιουργία ζωηρής εντύπωσης στον αναγνώστη.