Λέξη ονομάζεται ένα γλωσσικό σημείο που αποτελείται από ένα περιεχόμενο (σημασία) και μια μορφή (φωνολογική στον προφορικό και γραπτή στον γραπτό λόγο) και βρίσκεται μεταξύ δύο παύσεων στον προφορικό λόγο και δύο κενών στον γραπτό λόγο. Οι λέξεις διακρίνονται σε [α] πλήρεις, που έχουν σημασία καθώς αναφέρονται σε μια οντότητα της εξωγλωσσικής πραγματικότητας (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, επιρρήματα), και [β] γραμματικές, που έχουν ελάχιστη ή καθόλου σημασία και δηλώνουν νοηματικές σχέσεις (προθέσεις, σύνδεσμοι, άρθρα).

Σε κάθε λέξη μπορούμε να εντοπίσουμε δύο είδη σημασιών: (1) τη δηλωτική (περιγραφική/ αναφορική/ κυριολεκτική), με την οποία δίνεται η πληροφορία αυτή καθαυτή, και (2) τη συνδηλωτική (εκφραστική/ ποιητική/ μεταφορική), με την οποία αποδίδονται οι βιωματικές αποχρώσεις και το συγκινησιακό περιεχόμενο μιας λέξης δίνονται πληροφορίες που σχετίζονται είτε με την κοινωνική θέση του ομιλητή είτε με τη γενικότερη επίδραση του εκφωνήματος. Επομένως, τις περισσότερες φορές η ίδια λέξη έχει διαφορετικές σημασίες (πολυσημία) που εξαρτώνται από ένα πλήθος παραγόντων, όπως η σημασιολογική της σχέση με άλλες λέξεις, οι γραμματικές και συντακτικές της ιδιότητες, το επίπεδο ύφους που επιλέγει ο ομιλητής, η επικοινωνιακή περίσταση κτλ.

Οι σημαντικότερες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των σημασιών των λέξεων είναι η συνωνυμία, η αντωνυμία και η υπωνυμία/ υπερωνυμία.